Μετάβαση στο περιεχόμενο

confetti

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
confetti confettis

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
confetti < (άμεσο δάνειο) ιταλική confetti < λατινική confectus, μετοχή του conficio. Περισσότερα στο κονφετί.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɔ̃.fe.ti/
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

confetti (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]