Μετάβαση στο περιεχόμενο

confidence

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

confidence (en)

  1. (μη μετρήσιμο) η εμπιστοσύνη, το συναίσθημα ότι μπορώ να εμπιστευτώ, να πιστέψω και να είμαι σίγουρος για τις ικανότητες ή τις καλές ιδιότητες κάποιου ή κάτι
    παράδειγμα  confidence vote - ψήφος εμπιστοσύνης
    παράδειγμα  Don’t put too much of your confidence in him.
    Μην του έχεις πολλή-πολλή εμπιστοσύνη.
    παράδειγμα  I don’t place too much confidence in his promises.
    Δεν δίνω πολλή εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις του.
    παράδειγμα  I have confidence in their products.
    Έχω εμπιστοσύνη στα προϊόντα τους.
  2. (μη μετρήσιμο) η αυτοπεποίθηση, η εμπιστοσύνη στον εαυτό μου
    παράδειγμα  He looked full of confidence.
    Έδειχνε γεμάτος αυτοπεποίθησή.
    παράδειγμα  I lost my confidence in myself.
    Έχασα την αυτοπεποίθησή μου.
     συνώνυμα: self-confidence
  3. (μη μετρήσιμο) η σιγουριά, η βεβαιότητα, η αίσθηση ότι είμαι σίγουρος για κάτι
    παράδειγμα  I can’t say with confidence what I’ll do next.
    Δε μπορώ να πω με σιγουριά/βεβαιότητα τι θα κάνω μετά.
    παράδειγμα  He’s speaking with a lot of confidence.
    Μιλάει με πολλή σιγουριά.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη certainty
  4. (μη μετρήσιμο) η εμπιστοσύνη, ένα αίσθημα εμπιστοσύνης ότι κάποιος θα κρατήσει τις πληροφορίες ιδιωτικές
    παράδειγμα  Why don’t you tell me what you’re planning? Don’t you have confidence in me?
    Γιατί δε μου λες τι σχεδιάζεις; δε μου έχεις εμπιστοσύνη;
  5. πληροφορία που κρατιέται μυστική



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

confidence (en) θηλυκό