confiné

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: confine

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό confiné confinés
θηλυκό confinée confinées

confiné (fr)

  1. έγκλειστος, απομακρυσμένος
     συνώνυμα: enfermé
  2. που δεν ανανεώνεται (π.χ. μιλώντας για τον αέρα ενός χώρου)
     συνώνυμα: renfermé
     αντώνυμα: aéré