confiscate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | confiscate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | confiscates |
| αόριστος | confiscated |
| παθητική μετοχή | confiscated |
| ενεργητική μετοχή | confiscating |
Ρήμα
[επεξεργασία]confiscate (en)
- κατάσχω, αφαιρώ επισήμα κάτι από κάποιον, ειδικά ως τιμωρία
Contraband is confiscated by customs authorities.
- Τα λαθραία κατάσχονται από τις τελωνειακές αρχές.
The authorities confiscated illegal slot machines.
- Οι αρχές κατέσχεσαν παράνομα μηχανήματα με φρουτάκια.