Μετάβαση στο περιεχόμενο

confiscate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας confiscate
γ΄ ενικό ενεστώτα confiscates
αόριστος confiscated
παθητική μετοχή confiscated
ενεργητική μετοχή confiscating

confiscate (en)

  • κατάσχω, αφαιρώ επισήμα κάτι από κάποιον, ειδικά ως τιμωρία
    παράδειγμα  Contraband is confiscated by customs authorities.
    Τα λαθραία κατάσχονται από τις τελωνειακές αρχές.
    παράδειγμα  The authorities confiscated illegal slot machines.
    Οι αρχές κατέσχεσαν παράνομα μηχανήματα με φρουτάκια.