conformo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

conformo < con- + formo

Ρήμα[επεξεργασία]

conformo

  • συμμορφώνομαι,προσαρμόζομαι στη συμπεριφορά μιας ομάδας

Κλίση[επεξεργασία]