confound

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

confound (en)

  1. συγχέω, μπερδεύω, περιπλέκω μια κατάσταση