coniglio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

coniglio < λατινική cuniculus

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

coniglio (it) αρσενικό