conjonctionnellement

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

conjonctionnellement (fr)

  1. (γραμματική) συνδετικά, με έννοια συνδέσμου