conjugate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

conjugate (en)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


ενεστώτας conjugate
γ΄ ενικό ενεστώτα conjugates
αόριστος conjugated
παθητική μετοχή conjugated
ενεργητική μετοχή conjugating

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

conjugate (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • decline κλίνω (ονόματα ουσιαστικά ή επίθετα)
  • inflect κλίνω (γενικά)