connaissance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

connaissance < conoissance < connaître

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

connaissance 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

connaissance (fr) /kɔ.nɛ.sãs/ θηλυκό (πληθυντικός: connaissances)

  1. η γνώση
    la connaissance' du bien et du mal : η γνώση του καλού και του κακού
    il a une bonne connaissance de l'anglais : ξέρει καλά αγγλικά
  2. οι γνώσεις
    les connaissances en génétique ont fait un bond en avant : οι γνώσεις πάνω στη γενετική έκαναν μεγάλο άλμα
  3. η πληροφόρηση, η γνώση
    il a eu connaissance des questions un quart d'heure plus tôt : πληροφορήθηκε τις ερωτήσεις ένα τέταρτο νωρίτερα
    à ma connaissance, il a été admis en médecine : πέρασε στην ιατρική, απ'ό,τι ξέρω
  4. οι αισθήσεις
    il a été retrouvé sans connaissance : τον βρήκαν αναίσθητο
    il a perdu connaissance : έχασε τις αισθήσεις του
    il a repris connaissance vingt minutes après l'opération : ξαναβρήκε τις αισθήσεις του είκοσι λεπτά μετά την επέμβαση
  5. η γνωριμία
    j'ai rencontré une ancienne connaissance' : συνάντησα μια παλιά γνωριμία
    faire plus ample connaissance : γνωρίζω (κάποιον) καλύτερα
    il fait partie de mes connaissances : είναι γνωστός μου
    faire connaissance avec quelqu'un : γνωρίζω κάποιον

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • avoir connaissance de : μαθαίνω κάτι
  • agir en connaissance de cause : κάνω κάτι γνωρίζοντας τις συνέπειες της πράξης μου
  • perdre connaissance : χάνω τις αισθήσεις μου
  • reprendre connaissance : ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]