connect

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας connect
γ΄ ενικό ενεστώτα connects
αόριστος connected
παθητική μετοχή connected
ενεργητική μετοχή connecting

Ρήμα[επεξεργασία]

connect (en)

  1. συνδέω
  2. (αμετάβατο) μετεπιβιβάζω, η μετεπιβίβαση, φτάνω με λεωφορείο, αεροπλάνο, τρένο κτλ. λίγο πριν φύγει ένα άλλο για να μπορώ να αλλάξω από το ένα στο άλλο
    connecting flights - πτήσεις μετεπιβίβασης

Συγγενικά[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]