Μετάβαση στο περιεχόμενο

connectedness

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

connectedness (en)

  1. σχεσιακή συνδετικότητα
  2. συνεκτικότητα