Μετάβαση στο περιεχόμενο

connexion

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
connexion connexions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

connexion (en)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
connexion connexions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

connexion (fr) θηλυκό

  1. η σύνδεση
  2. η συνάφεια