conoscente

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
conoscente conoscenti

conoscente (it) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γνωστός, γνωριμία