conscio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

conscio <

Ρήμα[επεξεργασία]

conscio (la)

  1. γνωρίζω
  2. έχω συνείδηση ενός πράγματος, μιας ενέργειας (και για σκευωρία και συνενοχή)