consecutively

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

consecutively < consecutive

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

consecutively (en)

  1. αλληλοδιαδόχως, διαδοχικά και στο καπάκι/ακατάπαυστα