consejo
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- consejo < (κληρονομημένο) λατινική consĭlium.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kõnˈse.xo/ ⓘ (Κολομβία)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : con‐se‐jo
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| consejo | consejos |
consejo (es) αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- consejo - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.