conseqüencial

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
conseqüencial conseqüenciais

conseqüencial (pt) αρσενικό ή θηλυκό

  1. επακόλουθος