consequential
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | consequential |
| συγκριτικός | more consequential |
| υπερθετικός | most consequential |
Επίθετο
[επεξεργασία]- επακόλουθος, που επακολουθεί ύστερα από κάτι άλλο ως συνέπειά του
- σημαντικός· που θα έχει σημαντικά αποτελέσματα
consequential decisions - σημαντικές αποφάσεις- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη important
- ≠ αντώνυμα: inconsequential