Μετάβαση στο περιεχόμενο

consequently

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
consequently < consequent + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

consequently (en) (χωρίς παραθετικά)