Μετάβαση στο περιεχόμενο

conservazione

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
conservazione < conservare

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
conservazione conservazioni

conservazione (it)