Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

consider < μέση αγγλική consideren < μέση γαλλική considerer < λατινική considerare < con- (συν-) + sīder-, ίσως από το sīdus (αστέρι· αστερισμός). Συγκρίνετε: dēsīderō


ΔΦΑ : /kənˈsɪdə/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /kənsɪdər/ (ΗΠΑ)
Audio (US) 


consider (en)

  1. (μεταβατικό) σκέφτομαι σοβαρά για κάτι
    Consider that we’ve had three major events and the year has hardly begun.
     συνώνυμα: bethink, reflect on
  2. (μεταβατικό) σκέφτομαι να κάνω, εξετάζω μια πιθανότητα, λαμβάνω υπ' όψη μου ένα ενδεχόμενο
    I’m considering going to the beach tomorrow.
     συνώνυμα: think of, bethink, take into account
  3. (μεταβατικό) θεωρώ
    Consider yourself lucky, but consider your opponent skillful.
    I considered the pie undercooked.
    "What a charming amusement for young people this is, Mr. Darcy! There is nothing like dancing after all. I consider it as one of the first refinements of polished society." (Jane Austen, Pride and Prejudice, 1813}}
     συνώνυμα: deem, regard, think of
  4. (μεταβατικό) κοιτάζω με προσοχή
    She sat there for a moment, considering him.
     συνώνυμα: regard, observe
  5. (μεταβατικό) θεωρώ, παίρνω κάτι ως παράδειγμα
    Consider a triangle having three equal sides.
  6. (μεταβατικό) συζητώ στο κοινοβούλιο, εξετάζω
    This body will now consider the proposed amendments to Section 453 of the zoning code.
     συνώνυμα: deliberate, bethink


  • Στη σημασία 2 συντάσσεται με γερούνδιο (-ing)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]