Μετάβαση στο περιεχόμενο

consider

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας consider
γ΄ ενικό ενεστώτα considers
αόριστος considered
παθητική μετοχή considered
ενεργητική μετοχή considering

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
consider < (κληρονομημένο) μέση αγγλική consideren < μέση γαλλική considerer < λατινική considerare < con- (συν-) + sīder-, ίσως από το sīdus (αστέρι· αστερισμός). Συγκρίνετε: dēsīderō

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kənˈsɪdə/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /kənsɪdər/ (ΗΠΑ)
 

consider (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) μελετώ, σκέφτομαι κάτι προσεκτικά, ειδικά για να πάρω μια απόφαση
    παράδειγμα  The committee studiously considered all of the above comments.
    Η επιτροπή μελέτησε επιμελώς όλες τις ανωτέρω παρατηρήσεις.
    παράδειγμα  I will consider your suggestion.
    Θα μελετήσω την πρότασή σας.
    παράδειγμα  This issue needs to be considered carefully.
    Αυτό το θέμα πρέπει να μελετηθεί προσεχτικά.
    παράδειγμα  I’m considering going to the beach tomorrow.
    Σκέφτομαι να πάω στην παραλία αύριο.
    παράδειγμα  The young musician has never considered joining the symphony orchestra.
    Ο νεαρός μουσικός δεν έχει σκεφτεί ποτέ να μπει στη συμφωνική ορχήστρα.
     συνώνυμα:  contemplate, take into account, think about και think of,  και δείτε τη λέξη ponder
  2. (μεταβατικό) θεωρώ, έχω, σκέφτομαι κάποιον ή κάτι με συγκεκριμένο τρόπο
    παράδειγμα  Consider yourself lucky.
    Να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό.
    παράδειγμα  Do you still consider him your friend?
    Τον θεωρείς ακόμα φίλο σου;
    παράδειγμα  Modern medicine cures diseases which were once considered incurable.
    Η σύγχρονη ιατρική θεραπεύει αρρώστιες που κάποτε τις θεωρούσαν ανίατες.
    παράδειγμα  What do you consider John? I consider him a brother.
    Τι τον έχεις το Γιάννη; Τον έχω αδελφό.
     συνώνυμα:  account for, deem και regard
  3. (μεταβατικό) λαμβάνω/παίρνω υπόψη, σκέφτομαι κάτι, ειδικά τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, και επηρεάζομαι από αυτό όταν παίρνω μια απόφαση κτλ.
    παράδειγμα  We should consider others’ feelings.
    Πρέπει να λάβουμε υπόψη τα αισθήματα των άλλων.
  4. (επίσημο) κοιτάζω με προσοχή

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]