considering
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]considering (en) (χωρίς παραθετικά)
Πρόθεση
[επεξεργασία]considering (en)
- λαμβάνοντας/παίρνοντας υπόψη, δεδομένου του, χρησιμοποιείται για να δείξει ότι σκέφτομαι ένα συγκεκριμένο γεγονός και επηρεάζομαι από αυτό, όταν μιλάω για κάτι
She managed well, considering the economic recession.
- Καλά τα κατάφερε, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική ύφεση.
Considering his age, he did very well.
- Παίρνοντας υπόψη την ηλικία του, τα κατάφερε πολύ καλά.
I don’t think it’s worth going, considering the distance.
- Δεν νομίζω ότι αξίζει να πάμε, δεδομένης της απόστασης.
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]considering (en)
- λαμβάνοντας/παίρνοντας υπόψη ότι, δεδομένου ότι, αφού, χρησιμοποιείται για να δείξει ότι σκέφτομαι ένα συγκεκριμένο γεγονός και επηρεάζομαι από αυτό, όταν μιλάω για κάτι
Considering (that) he just started, he knows quite a lot about it.
- Λαμβάνοντας υπόψη ότι μόλις ξεκίνησε, ξέρει αρκετά γι’ αυτό.
We must go to sleep considering we need to get up early tomorrow.
- Θα πρέπει να πάμε για ύπνο, δεδομένου ότι/αφού πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς αύριο.
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]considering (en)