Μετάβαση στο περιεχόμενο

consist of

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας consist of
γ΄ ενικό ενεστώτα consists of
αόριστος consisted of
παθητική μετοχή consisted of
ενεργητική μετοχή consisting of

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
consist of <  δείτε τις λέξεις consist και of

consist of (en)

  • αποτελούμαι από, για κάποιον ή για κάτι που είναι ένα από τα μέλη ή τα μέρη που συνθέτουν ένα οργανωμένο ή ενιαίο σύνολο
    παράδειγμα  The house consists of two individual apartments.
    Το σπίτι αποτελείται από δύο ξεχωριστά διαμερίσματα.
    παράδειγμα  Water consists of hydrogen and oxygen.
    Το νερό αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο.
    παράδειγμα  The panel consisted of well-known intellectuals.
    Την κριτική επιτροπή την αποτελούσαν γνωστοί πνευματικοί άνθρωποι.