consist of
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | consist of |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | consists of |
| αόριστος | consisted of |
| παθητική μετοχή | consisted of |
| ενεργητική μετοχή | consisting of |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]consist of (en)
- αποτελούμαι από, για κάποιον ή για κάτι που είναι ένα από τα μέλη ή τα μέρη που συνθέτουν ένα οργανωμένο ή ενιαίο σύνολο
The house consists of two individual apartments.
- Το σπίτι αποτελείται από δύο ξεχωριστά διαμερίσματα.
Water consists of hydrogen and oxygen.
- Το νερό αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο.
The panel consisted of well-known intellectuals.
- Την κριτική επιτροπή την αποτελούσαν γνωστοί πνευματικοί άνθρωποι.