Μετάβαση στο περιεχόμενο

consistently

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
consistently < consistent + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός consistently
συγκριτικός more consistently
υπερθετικός most consistently

consistently (en)

  • σταθερά, διαρκώς
    παράδειγμα  Unemployment is consistently linked with a variety of negative health effects.
    Η ανεργία συνδέεται σταθερά με μια ποικιλία αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία.