Μετάβαση στο περιεχόμενο

constantia

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
cōnstantia < cōnstans + -tia

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kõːˈstan.ti.a/ (κλασική λατινική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: cōnstantia

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

cōnstantia, -ae (la)

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική cōnstantia cōnstantiae
γενική cōnstantiae cōnstantiārum
δοτική cōnstantiae cōnstantiīs
αιτιατική cōnstantiam cōnstantiās
κλητική cōnstantia cōnstantiae
αφαιρετική cōnstantiā cōnstantiīs
(α' κλίση)

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

cōnstantia (la)

Απόγονοι

[επεξεργασία]