consumed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

consumed (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος consume

Επίθετο[επεξεργασία]

consumed (en)

  1. πλημμυρισμένος από κάτι έντονο