consuming

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

consuming (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
consuming consumings

consuming (en)

Επίθετο

[επεξεργασία]

consuming (en)

  1. ο καταναλωτικός
  2. (προγραμματισμός) consuming code: το πρόγραμμα (πχ. συνάρτηση) που περιμένει τα αποτελέσματα άλλων προγραμμάτων (producing code) για να τα επεξεργαστεί [1]
     αντώνυμα: producing code

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. (αγγλικά) JavaScript Promises. Πρόσβαση 2020-11-17.