contact lens
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| contact lens | contact lenses |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]contact lens (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| contact lens | contact lenses |
contact lens (en)