contemplate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | contemplate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | contemplates |
| αόριστος | contemplated |
| παθητική μετοχή | contemplated |
| ενεργητική μετοχή | contemplating |
Ρήμα
[επεξεργασία]- (μεταβατικό) συλλογίζομαι, μελετώ, σκέφτομαι αν πρέπει να κάνω κάτι ή πώς πρέπει να κάνω κάτι
You’re too young to be contemplating retirement.
- Είσαι πολύ νέος για να συλλογίζεσαι τη συνταξιοδότηση.
I have never contemplated living abroad.
- Δεν έχω συλλογιστεί ποτέ να ζήσω στο εξωτερικό.
I am contemplating how to deal with this problem.
- Συλλογίζομαι πώς να αντιμετωπίσω αυτό το πρόβλημα.
I’m contemplating the possibility of emigrating to Australia.
- Μελετώ το ενδεχόμενο να μεταναστεύσω στην Αυστραλία.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη consider
- (μεταβατικό) συλλογίζομαι, σκέφτομαι προσεκτικά και αποδέχομαι την πιθανότητα να συμβεί κάτι
The thought of war is too awful to contemplate.
- Η σκέψη του πολέμου είναι πολύ τρομερή για να τη συλλογιστεί κανείς.
How could you even contemplate such an idea?
- Πώς θα μπορούσες καν να συλλογιστείς μια τέτοια ιδέα;
- (μεταβατικό και αμετάβατο) συλλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά κάτι για πολύ καιρό
- (μεταβατικό) μελετώ, κοιτάζω, κάποιον ή κάτι με προσεκτικό τρόπο για πολλή ώρα
She was contemplating her face in the mirror.
- Μελετούσε/Κοιταζόταν το πρόσωπό της στον καθρέφτη.