Μετάβαση στο περιεχόμενο

contemplate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας contemplate
γ΄ ενικό ενεστώτα contemplates
αόριστος contemplated
παθητική μετοχή contemplated
ενεργητική μετοχή contemplating

contemplate (en) (επίσημο)

  1. (μεταβατικό) συλλογίζομαι, μελετώ, σκέφτομαι αν πρέπει να κάνω κάτι ή πώς πρέπει να κάνω κάτι
    παράδειγμα  You’re too young to be contemplating retirement.
    Είσαι πολύ νέος για να συλλογίζεσαι τη συνταξιοδότηση.
    παράδειγμα  I have never contemplated living abroad.
    Δεν έχω συλλογιστεί ποτέ να ζήσω στο εξωτερικό.
    παράδειγμα  I am contemplating how to deal with this problem.
    Συλλογίζομαι πώς να αντιμετωπίσω αυτό το πρόβλημα.
    παράδειγμα  I’m contemplating the possibility of emigrating to Australia.
    Μελετώ το ενδεχόμενο να μεταναστεύσω στην Αυστραλία.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη consider
  2. (μεταβατικό) συλλογίζομαι, σκέφτομαι προσεκτικά και αποδέχομαι την πιθανότητα να συμβεί κάτι
    παράδειγμα  The thought of war is too awful to contemplate.
    Η σκέψη του πολέμου είναι πολύ τρομερή για να τη συλλογιστεί κανείς.
    παράδειγμα  How could you even contemplate such an idea?
    Πώς θα μπορούσες καν να συλλογιστείς μια τέτοια ιδέα;
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) συλλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά κάτι για πολύ καιρό
    παράδειγμα  He was sitting alone, contemplating his life.
    Καθόταν μόνος του και συλλογιζόταν τη ζωή του.
    παράδειγμα  She sat speechless, contemplating.
    Καθόταν αμίλητη και συλλογισμένη.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη ponder
  4. (μεταβατικό) μελετώ, κοιτάζω, κάποιον ή κάτι με προσεκτικό τρόπο για πολλή ώρα
    παράδειγμα  She was contemplating her face in the mirror.
    Μελετούσε/Κοιταζόταν το πρόσωπό της στον καθρέφτη.