contexture

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
contexture contextures

contexture (fr) θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • → δείτε τη λέξη contexte