Μετάβαση στο περιεχόμενο

continent

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
continent continents

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

continent (en)

  • (γεωγραφία) η ήπειρος
    παράδειγμα  Geographers divide the earth into seven continents: Europe, Asia, Africa, North America, South America, Oceania, and Antarctica.
    Οι γεωγράφοι διαιρούν τη γη σε επτά ηπείρους: Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Βόρεια Αμερική, Νότια Αμερική, Ωκεανία και Ανταρκτική.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
continent continents

continent (fr) αρσενικό

  1. (γεωγραφία) η ήπειρος
  2. (μεταφορικά) το εσωτερικό μιας περιοχής ή μιας χώρας, η ηπειρωτική περιοχή
  3. (ειδικότερα) η Ευρώπη, όπως φαίνεται από τη Μεγάλη Βρετανία

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό continent continents
θηλυκό continente continentes

continent (fr)