contort
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]contort (en)
- μεταβατικό ρήμα contort (sth): συστρέφω, στρίβω, παραμοφώνω
- Συνώνυμα: twist
- αμετάβατο ρήμα contort: συστρέφομαι, στρεβλώνομαι, παραμορφώνομαι
- Συνώνυμα: become twisted