contrôleuse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
contrôleuse contrôleuses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

contrôleuse (fr) θηλυκό