Μετάβαση στο περιεχόμενο

contractile

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
contractile contractiles

Επίθετο

[επεξεργασία]

contractile (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]