contradicteur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
contradicteur contradicteurs

contradicteur (fr) αρσενικό

  1. ο αντιλέγων, ο αντίπαλος
  2. (νομικός όρος) les contradicteurs: δύο αντίπαλοι που συναντιούνται σε μια δίκη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]