Μετάβαση στο περιεχόμενο

contraste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
contraste contrastes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

contraste (fr) αρσενικό



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
contraste contrastes

contraste (pt) αρσενικό

  1. η αντίθεση