contrat
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| contrat | contrats |
contrat (fr) αρσενικό
- το συμβόλαιο, η σύμβαση, το συμφωνητικό
| ενικός | πληθυντικός |
| contrat | contrats |
contrat (fr) αρσενικό