Μετάβαση στο περιεχόμενο

contrition

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

contrition (en)


Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
contrition contritions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

contrition (fr) θηλυκό