control

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

control (en)

  1. ο έλεγχος
  2. η ρύθμιση
  3. η διακυβέρνηση
  4. (πληροφορική) στο πληκτρολόγιο πλήκτρο με ιδιαίτερη σημασία διότι στην ταυτόχρονη χρήση με άλλα πλήκτρα εκτελεί ειδικές εργασίες (Control + πλήκτρο)
    συντομογραφίες: ctrl, Ctrl, CTRL
    δείτε επίσης: Control+C
    Δείτε επίσης: Control key στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

control (en)

  1. ελέγχω
  2. ρυθμίζω
  3. κυβερνώ

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • control στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια