convention

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
convention conventions

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

convention (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο τύπος, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται κάτι που περιμένουν οι περισσότεροι άνθρωποι σε μια κοινωνία
    He is a slave to convention/social conventions.
    Είναι σκλάβος στους κοινωνικούς τύπους.
  2. το συνέδριο
  3. η σύμβαση

Πηγές[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
convention conventions

convention (fr) θηλυκό

  • η σύμβαση
    convention relative aux droits de l'enfant - σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού