cook up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας cook up
γ΄ ενικό ενεστώτα cooks up
αόριστος cooked up
παθητική μετοχή cooked up
ενεργητική μετοχή cooking up

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: cook και up

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

cook up (en)

  1. μαγειρεύω
  2. (μεταφορικά) μαγειρεύω, παραποιώ, ετοιμάζω κάτι δόλια