Μετάβαση στο περιεχόμενο

cookbook

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cookbook cookbooks

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
cookbook < cook + book

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cookbook (en)

  • ο τσελεμεντές, βιβλίο μαγειρικής
    παράδειγμα  I am a beginner and I have the cookbook open in front of me.
    Είμαι αρχάρια και έχω τη μαγειρική ανοιχτή μπροστά μου.