Μετάβαση στο περιεχόμενο

coop

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coop coops

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

coop (en)

  1. το κοτέτσι, ο ορνιθώνας
  2. το κλουβί

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]