Μετάβαση στο περιεχόμενο

coquetterie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coquetterie coquetteries

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

coquetterie (fr) θηλυκό