coram
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]coram (χωρίς παραθετικά)
- κατά πρόσωπο
- δημοσίως
- φανερά, απροκάλυπτα
Πρόθεση
[επεξεργασία]coram
- (με αφαιρετική) πρό, ενώπιον, μπροστά από