corne

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

corne 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
corne cornes

corne (fr) θηλυκό

  1. το κέρατο
  2. το κέρας (της Αφρικής)
  3. η κόρνα