corrigir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

corrigir (pt)

  1. διορθώνω