corruption

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corruption (en)

  1. η διαφθορά, ο χρηματισμός, η δωροδοκία
  2. η αλλοίωση
    (πληροφορική) data corruption - αλλοίωση (καταστροφή) δεδομένων



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
corruption corruptions

corruption (fr) θηλυκό

  1. η διαφθορά
  2. η δωροδοκία
  3. η εκμαυλισμός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]