Μετάβαση στο περιεχόμενο

costola

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
costola costole

costola (it) θηλυκό